Της Σόνιας Τάνταρου -Κρίγγου Δικηγόρου παρ´ Αρείω Πάγω, πρώην Προέδρου Κέντρου Ερευνών για θέματα ισότητας
Σεβασμιότατε, Οσιολογιότατε, Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί ενορίτες, αγαπητές ενορίτισσες , φίλες και φίλοι,
Κι όμως, αν «ξύσουμε» αυτήν την επιφάνεια, αν επιχειρήσουμε να δούμε πέρα από την απόσταση των αιώνων, θα συναντήσουμε μια γυναίκα που έζησε δοκιμασίες, ευθύνες, μητρότητα, απώλεια, κοινωνική πίεση και έναν δύσκολο αγώνα για να σταθεί όρθια. Θα ανακαλύψουμε μια γυναίκα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η γυναίκα της διπλανής μας πόρτας, η συνάδελφός μας, η φίλη μας, ή εμείς οι ίδιες. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η δύναμη της ιστορίας της. Γιατί η Θεοδώρα, πριν αγιάσει, έζησε στο πετσί της μια πραγματικότητα που πολλές σύγχρονες γυναίκες δεν θα δυσκολευτούν να καταλάβουν: τη συντριβή των προσωπικών σχέσεων, την βία από το σύζυγο, τη μοναχική ανατροφή ενός βρέφους , την ανάληψη μίας θέσης ευθύνης , την πίεση της καθημερινότητας και των πολλαπλών της ρόλων.
Δεν θα επιχειρήσω να μετατρέψω τον βίο μιας Αγίας σε ένα σύγχρονο εγχειρίδιο κοινωνικής πολιτικής. Επιχειρώ κάτι απλούστερο: να αναζητήσω, με σεβασμό στην ιστορική και αγιολογική παράδοση, ποια από τα μηνύματα της ζωής της μπορούν να συνομιλήσουν με τα ερωτήματα της δικής μας εποχής και αυτά σας διαβεβαιώνω είναι πολλά.
Ας κοιτάξουμε για μια στιγμή τη σύγχρονη γυναίκα. Τι βλέπουμε σήμερα, εν έτει 2026; Βλέπουμε μια γυναίκα-πολυεργαλείο, εγκλωβισμένη σε ένα ασταμάτητο κυνήγι του χρόνου. Καλή σύζυγος, παραγωγική εργαζόμενη, στοργική μάνα, αφοσιωμένη κόρη, νοικοκυρά. Οι ρόλοι αυτοί δεν είναι απλώς πολλοί είναι συχνά εξοντωτικοί. Η κοινωνία «απαιτεί» από τη γυναίκα να εργάζεται σαν να μην έχει παιδιά, να μεγαλώνει παιδιά σαν να μην εργάζεται, και να παραμένει λαμπερή, ήρεμη και αψεγάδιαστη σαν να μην έχει καμία έννοια.
Μέσα σε αυτό το καθημερινό «τρέξιμο», η σύγχρονη γυναίκα φορτώνεται συχνά με τύψεις. Νιώθει ότι κάπου υστερεί, ότι δεν τα προλαβαίνει όλα, εξαντλείται ψυχικά και σωματικά.
Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε ανθρώπινα και πρακτικά. Θα δούμε πώς ο βίος της Αγίας Θεοδώρας αντανακλά αυτές ακριβώς τις προκλήσεις, αλλά και πώς αναδεικνύει το μεγάλο ζήτημα της θέσης της γυναίκας, της ισότητας και της ανάγκης για μια κοινωνία όπου άνδρες και γυναίκες προχωρούν μαζί, χέρι-χέρι.
Ας ξεκινήσουμε, όμως , από τη δοκιμασία της.
Σύμφωνα με την αγιολογική παράδοση, η Θεοδώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την εγκατάλειψη και την κακομεταχείριση από τον σύζυγό της. Ο βίος της περιγράφει μια ιδιαίτερα σκληρή περίοδο της ζωής της, κατά την οποία, ενώ ήταν έγκυος, απομακρύνθηκε από το σπίτι της και βρέθηκε σε συνθήκες μεγάλης ανέχειας.
Αν μεταφέρουμε αυτή τη διήγηση στη σημερινή γλώσσα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε σε αυτήν στοιχεία που σήμερα θα περιγράφαμε ως κακοποίηση μέσα στη συζυγική σχέση. Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Δεν πρέπει να επιβάλλουμε αυθαίρετα σύγχρονες κοινωνιολογικές έννοιες σε ένα ιστορικό πρόσωπο. Μπορούμε, όμως, να αναγνωρίσουμε ότι ο ανθρώπινος πόνος, η ταπείνωση, η εγκατάλειψη και η ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν ανήκουν σε μία μόνο εποχή.
Με βάση αυτές τις σκέψεις η Θεοδώρα δεν έζησε μια «συζυγική κρίση». Υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής βίας, ψυχολογικής και σωματικής κακοποίησης. Ο σύζυγός της τη συκοφάντησε δημόσια, την ταπείνωσε, χειροδίκησε και τελικά τη δίωξε βίαια από το σπίτι της, αφήνοντάς την έγκυο να περιπλανιέται στις ερημιές.
Και αυτό είναι το πρώτο μεγάλο μήνυμα.
Η βία μέσα στην οικογένεια δεν είναι ένα «σύγχρονο φαινόμενο». Σύγχρονη είναι η γλώσσα με την οποία το αναγνωρίζουμε, οι θεσμοί με τους οποίους το αντιμετωπίζουμε και η μεγαλύτερη δυνατότητα που έχουμε σήμερα να το καταγγείλουμε και να προστατεύσουμε τα θύματα.
Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έχει καταγράψει πολύ μεγάλη αύξηση των υποθέσεων που φτάνουν στις αρχές. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας το 2025 καταγράφηκαν 22.869 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, όταν το 2020 ήταν 4.254. Η αύξηση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλοϊκά ως αύξηση της ίδιας της βίας. Συνδέεται και με το γεγονός ότι περισσότερα θύματα μιλούν, περισσότερες υποθέσεις καταγράφονται και οι μηχανισμοί αντιμετώπισης έχουν ενισχυθεί.
Προσέξτε επίσης και τα εξής κρίσιμα σημεία στην ιστορία της Αγίας: αν λάβουμε υπόψη την καταγωγή της, ήταν γόνος της επιφανούς βυζαντινής οικογένειας των Πετραλείφων, αναδεικνύεται το γεγονός ότι η έμφυλη βία δεν γνωρίζει κοινωνική ή οικονομική κατάσταση ή επίπεδο μόρφωσης και επίσης δεν πρωταγωνιστεί σε αυτήν η σωματική βία, πρωταγωνιστούν η ταπείνωση, η απαξίωση, η εγκατάλειψη, ο κοινωνικός εξοστρακισμός, η οικονομική εξόντωση. Και αυτά είναι επίσης σημαντικά μηνύματα : η έμφυλη βία διατρέχει διαχρονικά οριζόντια την κοινωνία μας και η κακοποίηση δεν αρχίζει από το χέρι που σηκώνεται. Τη βιώνουν γυναίκες κάθε οικονομικού , κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου και αρχίζει από τη λέξη που μειώνει, από την απομόνωση, από τον έλεγχο των χρημάτων, από τη ζήλια που παρουσιάζεται ως αγάπη. Όταν φτάσει το χτύπημα, έχουν ήδη προηγηθεί χρόνια κακοποίησης που πολλές φορές είτε την αγνοούμε είτε την υποβαθμίζουμε.
Ως πολιτεία και κοινωνία οφείλουμε να μην μένουμε στις διαπιστώσεις……… οφείλουμε να μιλήσουμε για αιτίες, όχι για δικαιολογίες, και θα πρέπει να αναφερθούμε σε αυτές ευθαρσώς :
Ακούμε συχνά ότι φταίει το ποτό, η ανεργία, το άγχος, «η κακιά στιγμή». Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι η αιτία. Αιτία είναι οι βαθιά ριζωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις και η ρίζα είναι η αίσθηση ιδιοκτησίας. Η αντίληψη ότι η γυναίκα «ανήκει» σε κάποιον. Ρωτάμε δε πολλές φορές «γιατί δεν φεύγει;». Ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα να είναι «γιατί εκείνος κακοποιεί;». Αλλά ας απαντήσουμε και στο πρώτο: δεν φεύγει γιατί ίσως δεν έχει δικά της χρήματα, γιατί πιστεύει ότι δεν έχει πού να πάει, γιατί φοβάται ότι θα της πάρουν τα παιδιά, γιατί ντρέπεται, γιατί την έχουν πείσει ότι φταίει η ίδια — και, κυρίως, γιατί πολλές φορές ξέρει ενστικτωδώς αυτό που ξέρουν και οι ειδικοί, ότι η πιο επικίνδυνη στιγμή για μια γυναίκα είναι η στιγμή που αποφασίζει να φύγει. Γι' αυτό η φυγή δεν αυτοσχεδιάζεται. Χρειάζεται σχέδιο , ασφάλεια και υποστήριξη.
Ας αναρωτηθούμε όμως και πόσες φορές εμείς οι ίδιοι σκεφτήκαμε «κάτι θα του έκανε» ή «μην ανακατεύεσαι, ζευγάρι είναι». Κάθε φορά που σιωπούμε, θρέφουμε τη βία. Γιατί η βία δεν θρέφεται μόνο από τον δράστη· θρέφεται και από το περιβάλλον που κάνει ότι δεν βλέπει. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιβάλλον ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να εσωτερικεύσει τη βία ως πρότυπο σχέσης και σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να αναπαράγει αργότερα κακοποιητικές συμπεριφορές. Δεν πρόκειται όμως για αναπόφευκτη μοίρα, η έγκαιρη προστασία και υποστήριξη μπορούν να διακόψουν αυτόν τον κύκλο.
Επίσης πόσες φορές δεν ακούστηκε σε κακοποιημένη γυναίκα το «κάνε υπομονή, σήκωσε τον σταυρό σου»; Ας το ξεκαθαρίσουμε: η υπομονή είναι αρετή απέναντι στη δοκιμασία, όχι απέναντι στο έγκλημα. Ο Χριστός δεν ζήτησε από κανέναν να μείνει εκεί όπου κινδυνεύει η ζωή του· και ο Ίδιος, όταν θέλησαν να τον κρημνίσουν, «διῆλθε διὰ μέσου αὐτῶν». Υπομονή στη βία δεν είναι αγιότητα. Είναι κίνδυνος. Και πόσες φορές δεν χρησιμοποιήθηκε το «ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα» ως άλλοθι επιβολής; Όποιος το επικαλείται έτσι, το έχει διαβάσει «ανάποδα». Γιατί στην ίδια περικοπή, λίγους στίχους πριν, ζητείται από τον άνδρα να αγαπά τη γυναίκα «καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς» — δηλαδή να θυσιαστεί γι' αυτήν. Ζητείται θυσία, όχι εξουσία. Ο φόβος του Χριστού εδώ δεν μπορεί να νοηθεί ως τρόμος ή φόβος επιβολής , αλλά μέσα στο πλαίσιο του σεβασμού , της ευλάβειας και της σχέσης με το Χριστό. Καμία γυναίκα δεν κλήθηκε ποτέ από το Ευαγγέλιο να τρέμει τον άνδρα της.
Ας θυμηθούμε ότι η Αγία μας βρήκε καταφύγιο σε μια εκκλησία. Και σήμερα , ευτυχώς , μια γυναίκα που βρίσκεται σε κίνδυνο δεν είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει μόνη της την κατάσταση, υπάρχει και για εκείνη «καταφύγιο» :
- Γραμμή SOS 15900 — 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 μέρες τον χρόνο, δωρεάν και με εχεμύθεια.
- 63 εξειδικευμένα Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας σε όλη τη χώρα.
- 44 Συμβουλευτικά Κέντρα και 20 Ξενώνες Φιλοξενίας σε όλη την Ελλάδα, με ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και νομικούς, που παρέχουν δωρεάν στέγη, προστασία και στήριξη στις γυναίκες και στα παιδιά τους.
-Το panic button, η ψηφιακή εφαρμογή άμεσης ειδοποίησης: το έχουν ήδη εγκαταστήσει περίπου 14.600 γυναίκες και περίπου 2.700 το έχουν ενεργοποιήσει σε στιγμή κινδύνου.
Επανερχόμενοι στο βίο της Αγίας ας θυμηθούμε ότι βρέθηκε μόνη με ένα παιδί. Έζησε στην απόλυτη ένδεια, μαζεύοντας χόρτα με τα ίδια της τα χέρια για να επιβιώσει η ίδια και το παιδί της. Εδώ η Αγία αγγίζει την πιο ευαίσθητη πρόκληση: τη μητρότητα, και ειδικά τη μονογονεϊκότητα. Σκεφτείτε την αγωνία της μάνας του σήμερα που μεγαλώνει μόνη της παιδιά επειδή ένας γάμος διαλύθηκε, ή τη μάνα που, ακόμα και με σύζυγο, νιώθει ολομόναχη επειδή δεν έχει καμία βοήθεια. Η Αγία Θεοδώρα έζησε την πιο ακραία μορφή αυτής της αγωνίας. Κι όμως, μέσα στην ερημιά, κατάφερε να μεγαλώσει έναν σωστό άνθρωπο και έναν μετέπειτα ικανό ηγέτη.
Πέραν της ανάγκης στήριξης στις μονογονεϊκές οικογένειες τόσο από την Πολιτεία όσο και από εμάς τους ίδιους , όπως εκείνη τη στήριξε ένας ενάρετος κληρικός, ας κρατήσουμε ως μήνυμα από την ζωή της Αγίας, ότι τα παιδιά μας δεν χρειάζονται τις αμέτρητες υλικές παροχές για να ευτυχίσουν. Χρειάζονται τη δική μας ουσιαστική παρουσία, την αγάπη μας και το δικό μας ζωντανό παράδειγμα.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή της Αγίας που αξίζει να φωτίσουμε . Η Θεοδώρα δεν περιορίστηκε σε ένα ιδιωτικό ρόλο . Η ιστορική και αγιολογική παράδοση τη συνδέει με τη δημόσια ζωή της Ηπείρου, ενώ η νεότερη έρευνα αναγνωρίζει τη συμβολή της στη διοίκηση του Δεσποτάτου και στο θρησκευτικό και κοινωνικό έργο της εποχής της.
Και αυτό μας οδηγεί στη σύγχρονη γυναίκα.
Σήμερα οι γυναίκες, με πολύ κόπο οφείλω να πω, σπάνε «γυάλινες οροφές» και αναδεικνύονται σε σημαντικές θέσεις ευθύνης. Συμμετέχουν στην επιστήμη, στην οικονομία, στην κεντρική πολιτική, στην αυτοδιοίκηση, στην κοινωνική ζωή και στην επιχειρηματικότητα.
Και όμως, η πλήρης αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Τα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά.
Στη σημερινή Βουλή των Ελλήνων οι γυναίκες αντιστοιχούν περίπου στο 23,9% των μελών της. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, εκεί όπου η πολιτική αγγίζει άμεσα τη γειτονιά και τον κάθε πολίτη, στις τελευταίες εκλογές σε σύνολο 332 Δήμων εξελέγησαν 22 γυναίκες Δήμαρχοι — ποσοστό κάτω από 7%. Και στις 13 Περιφέρειες της χώρας, καμία απολύτως γυναίκα. Ενώ σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024, στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 27,8 % των εργαζομένων γυναικών εργάζεται με μερική απασχόληση έναντι 7,7 % των ανδρών.
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που αξίζει να συζητήσουμε.
Στην ερώτηση τι φταίει άραγε ? η απάντηση είναι απλή και συνάμα σύνθετη. Η γυναίκα συχνά τελειώνει τη μία εργασία και αρχίζει μια δεύτερη. Την εργασία του σπιτιού. Τη φροντίδα των παιδιών. Τη φροντίδα των ηλικιωμένων. Τη διαχείριση της καθημερινότητας. Είναι αυτή που όταν εκτεθεί στο δημόσιο βίο πολλές φορές θα δεχθεί σχόλια για την εμφάνισή της και την ηθική της , που ποτέ δεν θα γίνουν σε κανέναν άντρα.
Οπότε πολλές φορές η αποχή δεν είναι «επιλογή» αλλά διέξοδος όταν η ίδια έχει επιφορτισθεί ή καλείται να αντιμετωπίσει όλα όσα προανέφερα. Το αποτέλεσμα: περιορισμένες επαγγελματικές ευκαιρίες, μικρότερο εισόδημα, μικρότερη δυνατότητα εξέλιξης και, σε βάθος χρόνου, επιπτώσεις ακόμη και στη συνταξιοδοτική ασφάλεια αλλά και απουσία της γυναικείας εκπροσώπησης και οπτικής στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Και ενώ όλα αυτά είναι η βιωμένη πραγματικότητα , που μας κρατάει μακριά από την ουσιαστική ισότητα , σε επίπεδο θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου, η αρχή της ισότητας των φύλων έχει κατοχυρωθεί πλήρως. Η ουσιαστική όμως ισότητα δεν κρίνεται μόνο στα νομικά κείμενα. Κρίνεται κυρίως στην καθημερινότητα.
Στην κουζίνα. Στο ποιος σηκώνεται να φροντίσει το παιδί. Στο ποιος θα μείνει στο σπίτι όταν ένα παιδί αρρωστήσει. Στο αν ο ένας σύζυγος θα στηρίξει τον άλλον όταν του παρουσιαστεί μια επαγγελματική ευκαιρία.
Ο νόμος μπορεί να αλλάξει με μια ψηφοφορία. Οι συνήθειες όμως αλλάζουν με χιλιάδες μικρές αποφάσεις, κάθε μέρα, μέσα σε κάθε σπίτι.
Και εδώ θέλω να τονίσω κάτι που θεωρώ απολύτως κρίσιμο.
Η ανισότητα δεν επιβιώνει επειδή κάποιος την επιβάλλει με τη βία. Επιβιώνει επειδή είναι συνήθως αόρατη και ανάγεται στη καθημερινή μας ζωή σε κανονικότητα. Και το πρώτο βήμα για να αλλάξει είναι να την ονομάσουμε και να πάρουμε αυτές τις χίλιες μικρές αποφάσεις ,που προανέφερα, κάθε μέρα. Αλλάζει με την ίδια τη δική μας στάση ζωής και αφού ασπαστούμε μια θεμελιώδη αλήθεια: η ισότητα των φύλων δεν είναι και δεν πρέπει να γίνει ένας «πόλεμος» ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Δεν είναι μια μάχη επικράτησης. Για να επιτευχθεί η πραγματική ισότητα, είναι απολύτως αναγκαία η σύμπραξη, η στήριξη και η συμμαχία ανδρών και γυναικών.
Η ιστορία της Θεοδώρας μάς το δείχνει αυτό με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο. Η Αναγέννηση του Δεσποτάτου της Ηπείρου δεν έγινε από τη Θεοδώρα μόνη της, ούτε μέσα από μια αιώνια κόντρα. Έγινε όταν ο σύζυγός της, ο Μιχαήλ, συνέπραξε μαζί της, αντιμετωπίζοντάς την ως ισότιμη σύντροφο και συνοδοιπόρο στον θρόνο και στη ζωή.
Στη σύγχρονη οικογένεια και κοινωνία, ο άνδρας δεν είναι ο αντίπαλος, αλλά ο πολύτιμος σύμμαχος. Η σύγχρονη γυναίκα δεν ζητά να αντικαταστήσει τον άνδρα, ζητά να μοιραστεί δίκαια τα βάρη. Όταν ο σύγχρονος σύζυγος και πατέρας μπαίνει ενεργά στο σπίτι, όταν μοιράζεται τη φροντίδα των παιδιών, όταν στηρίζει την επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη της γυναίκας του, τότε δεν «χάνει» τον ανδρισμό του· αντίθετα, γίνεται ουσιαστικός στυλοβάτης ενός υγιούς σπιτικού.
Η Εκκλησία μας αναγνωρίζει την απόλυτη ισοτιμία των προσώπων. Άνδρες και γυναίκες, ως πρόσωπα πλασμένα κατ’ εικόνα Θεού, καλούνται να ζουν μέσα σε σχέση αμοιβαίου σεβασμού , αγάπης, ευθύνης και προσφοράς. Και ο Απόστολος Παύλος μας δίνει ίσως την πιο καθαρή διατύπωση «ούκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γάρ υμείς είς έστε εν Χριστώ Ιησού».
Συνοψίζοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι η Αγία Θεοδώρα δεν είναι μια Αγία κλεισμένη σε ένα εικονοστάσι. Είναι μια γυναίκα που περπάτησε στα δικά μας παπούτσια. Ένιωσε την πίεση της καθημερινότητας, τον πόνο της απόρριψης, τη βία, την αγωνία της μάνας, το βάρος της ευθύνης — και δεν λύγισε, αντίθετα πάλεψε με τις δυσκολίες , μεγάλωσε το παιδί της και παρήγαγε σημαντικό έργο στο τόπο της. Ανέδειξε συνάμα ότι όταν υπάρχει υγιής σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας, σχέση συνεργασίας και αλληλοεκτίμησης, η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο μπορεί να είναι μεγάλη.
Αυτά είναι ίσως τα μεγαλύτερα μηνύματα που μπορούμε να κρατήσουμε και να πάρουμε από μια γυναίκα που έζησε πριν από οκτώ αιώνες.
Και καταλήγοντας , με το ηθικό δίδαγμα , όπως θυμάμαι ότι κάναμε τα χρόνια που και η ίδια πήγαινα στο κατηχητικό, θα ήθελα να πω ότι: Η Εκκλησία μας, μέσα από μορφές όπως η Αγία Θεοδώρα, αναγνωρίζει τον καθημερινό αγώνα της γυναίκας, τις απίστευτες ικανότητές της και καλεί όλη την κοινότητα σε έναν κοινό αγώνα αγάπης, δικαιοσύνης, αμοιβαίου σεβασμού και προσφοράς.
Εύχομαι η Αγία Θεοδώρα να είναι για τον καθένα και την καθεμία από εμάς στήριγμα, παράδειγμα πίστης και δύναμης.
Και να μας θυμίζει ότι ο καθημερινός αγώνας για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, αλληλοσεβασμό και αλληλεγγύη έχει αξία — όχι μόνο στα μάτια της κοινωνίας, αλλά και στα μάτια του Θεού.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου