24 Οκτ 2026

Ιερομόναχος Γεννάδιος Βατοπαιδινός: "Η γυναίκα σήμερα: από την πίεση του κόσμου στο φως της αγιότητος"



Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ταχύτητα και σε μία εποχή κατά την οποία οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι ανθρώπινες σχέσεις, η οικογένεια, η εργασία και ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του μετασχηματίζονται διαρκώς, το ερώτημα για τη θέση, την αξία και την αποστολή της γυναίκας παραμένει πάντοτε επίκαιρο. Η γυναίκα σήμερα βρίσκεται παντού. Είναι μητέρα και σύζυγος, κόρη και αδελφή, μοναχή και αφιερωμένη στον Θεό, εργαζόμενη και επιστήμονας, εκπαιδευτικός και επαγγελματίας, καλλιτέχνις και δημιουργός, κοινωνική λειτουργός και εθελόντρια, γυναίκα που αγωνίζεται μέσα στην οικογένεια, αλλά και γυναίκα που πολλές φορές σηκώνει μόνη της δυσβάστακτα φορτία. Και όμως, μέσα σε αυτή την πολυπλοκότητα υπάρχει ένας βαθύτερος κίνδυνος: να λησμονήσουμε το πρόσωπο πίσω από τους κοινωνικούς ρόλους.
Η Εκκλησία, όταν μιλά για τη γυναίκα, δεν αρχίζει από τον ρόλο της. Αρχίζει από το πρόσωπό της. Η γυναίκα δεν είναι απλώς μητέρα, σύζυγος, επαγγελματίας ή κοινωνική μονάδα. Είναι άνθρωπος. Είναι πρόσωπο πλασμένο «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ». Είναι ύπαρξη ανεπανάληπτη, προορισμένη όχι απλώς να επιτύχει μέσα στον κόσμο, αλλά να κοινωνήσει με τον Θεό και να γίνει, κατά χάριν, άγια. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη και διαχρονική απάντηση της Εκκλησίας: η γυναίκα φωτίζεται όταν βλέπει τον εαυτό της στο φως της αγιότητας.
Από τις πρώτες σελίδες της Αγίας Γραφής αποκαλύπτεται η θεμελιώδης αλήθεια ότι ο άνδρας και η γυναίκα δημιουργούνται από τον Θεό και έχουν κοινή αναφορά στην εικόνα Του. «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν· ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γεν. 1,27). Η γυναίκα, επομένως, δεν αποτελεί μεταγενέστερη ή υποδεέστερη προσθήκη στην ανθρώπινη δημιουργία. Συμμετέχει στο ίδιο μυστήριο της δημιουργίας, στην ίδια τιμή της εικόνας του Θεού και στην ίδια κλήση προς την κοινωνία με τον Δημιουργό.
Η πτώση του ανθρώπου εισάγει στη σχέση άνδρα και γυναίκας τη διαίρεση, την κυριαρχία, τον φόβο, την καχυποψία και τελικά την αλλοίωση της σχέσης. Ο Χριστός, όμως, έρχεται να θεραπεύσει τον άνθρωπο και μαζί του να θεραπεύσει και τις ανθρώπινες σχέσεις. Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστός αντιμετωπίζει τις γυναίκες. Δεν τις αντιμετωπίζει ως κοινωνική κατηγορία· τις συναντά ως πρόσωπα. Συνομιλεί με τη Σαμαρείτιδα, ενώπιον όλων, αποκαλύπτοντάς της μεγάλες αλήθειες για τη λατρεία και τη σωτηρία. Δέχεται την πίστη της Χαναναίας. Θεραπεύει την αιμορροούσα. Αποκαλύπτει στη Μάρθα και στη Μαρία τη βαθύτερη αλήθεια για την ανάσταση. Δέχεται τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας. Και, το σημαντικότερο, εμπιστεύεται στις γυναίκες το πρώτο μήνυμα της Αναστάσεως. Οι Μυροφόρες γίνονται οι πρώτες ευαγγελίστριες της Αναστάσεως και στέκονται μπροστά στον κενό τάφο ως μάρτυρες του μεγαλύτερου γεγονότος της ιστορίας.
Η Εκκλησία θα τις τιμήσει αιώνια, αναγνωρίζοντας σε αυτές την πίστη εκείνη που δεν εγκατέλειψε τον Χριστό ακόμη και όταν όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει.
Κορυφαία θέση στην κατανόηση της γυναίκας μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει η Παναγία. Η Θεοτόκος δεν είναι απλώς μία αγία γυναίκα ανάμεσα στις άλλες. Είναι το πρόσωπο στο οποίο η ανθρώπινη ελευθερία συναντά τη θεία Χάρη με έναν μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο. Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της αναγγέλλει το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως, εκείνη απαντά: «Ἰδοὺ ἡ Κυρίου δούλη· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1,38). Αυτό το «γένοιτό μοι» αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες λέξεις ελευθερίας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Παναγία δεν εξαναγκάζεται. Δεν καταργείται η ελευθερία της. Ελεύθερα αποδέχεται την κλήση του Θεού και γίνεται συνεργός στο μυστήριο της σωτηρίας.
Η Θεοτόκος αποκαλύπτει ότι η αληθινή μεγαλοσύνη της γυναίκας δεν βρίσκεται στην επιβολή της πάνω στους άλλους, ούτε στην αναζήτηση κοινωνικής αναγνώρισης, ούτε στην προσπάθεια να αποδείξει διαρκώς την αξία της. Βρίσκεται στην ελευθερία της προσφοράς, στην αγάπη, στην εμπιστοσύνη στον Θεό, στην καρδιακή καθαρότητα και στην ικανότητα να μεταμορφώνει την παρουσία της σε χώρο ζωής. Η Παναγία γίνεται η «πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν», διότι χωρεί μέσα της Αυτόν που δεν χωρείται από τους ουρανούς. Γίνεται Μητέρα του Θεού και, μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας, μητέρα των πιστών.
Όταν ανοίξουμε το Συναξάρι της Εκκλησίας, συναντούμε έναν ολόκληρο κόσμο γυναικείας αγιότητας. Αγίες μάρτυρες, αγίες μητέρες, αγίες αυτοκράτειρες και βασίλισσες, αγίες μοναχές, αγίες σύζυγοι, αγίες χήρες, αγίες γυναίκες που εγκατέλειψαν τα πάντα για τον Χριστό, αγίες που υπηρέτησαν τους φτωχούς, αγίες που ανέθρεψαν παιδιά και οικογένειες στην πίστη, αλλά και αγίες που έζησαν αθόρυβα, χωρίς ποτέ να γίνουν γνωστές στους ανθρώπους. Η Αγία Ελένη, η Αγία Μακρίνα, η Αγία Μόνικα, η Αγία Φιλοθέη, η Αγία Παρασκευή, η Αγία Αικατερίνη, η Αγία Ευφημία, η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, η Αγία Ολυμπιάδα, η Αγία Θεοδώρα και τόσες άλλες φανερώνουν ότι η αγιότητα δεν έχει έναν μόνο κοινωνικό τύπο.
Η Εκκλησία δεν ζητά από όλες τις γυναίκες να ζήσουν την ίδια ζωή· τους αποκαλύπτει όμως τον ίδιο προορισμό: τον αγιασμό.
Η μητέρα μπορεί να γίνει αγία μέσα στην καθημερινότητα της οικογένειας. Η σύζυγος μπορεί να γίνει αγία μέσα στη θυσιαστική αγάπη. Η μοναχή μπορεί να γίνει αγία μέσα στην ολοκληρωτική αφιέρωση. Η εργαζόμενη γυναίκα μπορεί να γίνει αγία μέσα στην εντιμότητα, στην ευθύνη και στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η επιστήμονας μπορεί να υπηρετήσει την αλήθεια. Η εκπαιδευτικός μπορεί να μεταδώσει όχι μόνο γνώσεις αλλά και ήθος. Η ηλικιωμένη γυναίκα μπορεί να γίνει σιωπηλή πνευματική παρουσία για ολόκληρη την οικογένειά της. Ακόμη και η γυναίκα που έχει πληγωθεί, που έχει αποτύχει, που έχει αμαρτήσει, που αισθάνεται ότι η ζωή της κατέρρευσε, δεν παύει να έχει μπροστά της τον δρόμο της αγιότητας. Για την Εκκλησία κανένας άνθρωπος δεν ταυτίζεται οριστικά με την πτώση του.
Και εδώ φθάνουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η γυναίκα σήμερα έχει κατακτήσει πολλές δυνατότητες που παλαιότερα δεν ήταν αυτονόητες. Μορφώνεται, εργάζεται, συμμετέχει στην επιστήμη, στην οικονομία, στον πολιτισμό, στη δημόσια ζωή. Έχει περισσότερες δυνατότητες επιλογής και έκφρασης. Όμως η αύξηση των δυνατοτήτων δεν σημαίνει αυτομάτως και αύξηση της εσωτερικής ειρήνης ή της ευτυχίας. Η σύγχρονη γυναίκα συχνά καλείται να είναι τα πάντα και μάλιστα ταυτόχρονα. Να είναι επιτυχημένη επαγγελματικά, άριστη μητέρα, καλή σύζυγος, να φροντίζει τους γονείς της, να είναι κοινωνικά ενεργή, να έχει πάντοτε καλή εμφάνιση, να είναι δυνατή, να μην κουράζεται και να μην αποτυγχάνει. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά κινδυνεύει να χαθεί η ίδια.
Ένας από τους μεγαλύτερους πειρασμούς της εποχής μας είναι ότι ο άνθρωπος δεν αισθάνεται πλέον ότι αρκεί να είναι. Πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι αξίζει. Η γυναίκα βομβαρδίζεται καθημερινά από πρότυπα ομορφιάς, επιτυχίας, νεότητας, οικονομικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής προβολής και προσωπικής τελειότητας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν συχνά αυτή την πίεση. Η εικόνα γίνεται σημαντικότερη από την πραγματικότητα, η σύγκριση γίνεται καθημερινότητα και η γυναίκα συγκρίνει το σώμα της, την οικογένειά της, την καριέρα της, τα παιδιά της, την οικονομική της κατάσταση, ακόμη και την προσωπική της ευτυχία με τις επιλεγμένες και συχνά εξιδανικευμένες εικόνες των άλλων.
Και τότε γεννιέται ένα βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας: «Δεν είμαι αρκετά όμορφη». «Δεν είμαι αρκετά επιτυχημένη». «Δεν είμαι αρκετά καλή μητέρα». «Δεν έχω καταφέρει όσα οι άλλες». Απέναντι σε αυτή την εσωτερική πίεση, η Εκκλησία προσφέρει μία εντελώς διαφορετική λογική: δεν χρειάζεται να γίνεις κάτι άλλο για να αποκτήσεις αξία. Έχεις αξία επειδή είσαι πρόσωπο του Θεού.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σύγχρονης γυναίκας είναι η προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή. Πολλές γυναίκες εργάζονται σκληρά, ενώ παράλληλα επωμίζονται μεγάλο μέρος της φροντίδας του σπιτιού, των παιδιών και των ηλικιωμένων γονέων. Η μητρότητα, αντί να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικός πλούτος, μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα επαγγελματικής ή οικονομικής επιβάρυνσης. Και εδώ χρειάζεται μία ουσιαστική ποιμαντική και κοινωνική συνείδηση. Η Εκκλησία δεν μπορεί να ζητά από τη γυναίκα να θυσιάζει τον εαυτό της και στη συνέχεια να θεωρεί αυτονόητη τη θυσία της. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει τη μητρότητα ως έναν απλό «ρόλο». Η μητέρα χρειάζεται στήριξη, χρόνο, σεβασμό και έμπρακτη παρουσία του συζύγου και της οικογένειας. Χρειάζεται μία κοινωνία που δεν θα θεωρεί αυτονόητη την προσφορά της.
Η οικογένεια δεν μπορεί να στηρίζεται στην εξάντληση ενός μόνο ανθρώπου. Η χριστιανική οικογένεια καλείται να γίνει κοινωνία προσώπων και όχι απλώς κατανομή υποχρεώσεων. Ο γάμος, σύμφωνα με το ορθόδοξο ήθος, δεν είναι συμφωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους για το ποιος θα αναλάβει περισσότερες ευθύνες, αλλά πορεία αμοιβαίας θυσιαστικής αγάπης, κατά την οποία ο ένας γίνεται στήριγμα του άλλου.
Δεν μπορούμε, όμως, να μιλήσουμε για τη σύγχρονη γυναίκα χωρίς να αναφερθούμε και στις γυναίκες που υποφέρουν. Υπάρχουν γυναίκες που βιώνουν ενδοοικογενειακή βία, γυναίκες που κακοποιούνται σωματικά ή ψυχικά, γυναίκες που υφίστανται σεξουαλική παρενόχληση ή εκμετάλλευση, γυναίκες που φοβούνται να μιλήσουν, γυναίκες που παραμένουν σε σχέσεις κακοποίησης επειδή αισθάνονται οικονομικά ή συναισθηματικά εγκλωβισμένες, γυναίκες που ντρέπονται για κάτι για το οποίο δεν ευθύνονται. Εδώ η φωνή της Εκκλησίας πρέπει να είναι καθαρή: η κακοποίηση δεν είναι αγάπη, η βία δεν είναι δικαίωμα, η ταπείνωση του άλλου δεν είναι ανδρισμός και η σιωπή του θύματος δεν αποτελεί συγκατάθεση.
Η συγχώρηση, όπως την εννοεί η Εκκλησία, δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει απροστάτευτος απέναντι στην κακοποίηση ούτε ότι η βία πρέπει να αποκρύπτεται.
Η Εκκλησία καλείται να γίνει καταφύγιο, χώρος αλήθειας, προστασίας, θεραπείας και ποιμαντικής συνοδείας. Οφείλει να στέκεται δίπλα στον άνθρωπο που υποφέρει, να τον βοηθά να ξαναβρεί την αξιοπρέπειά του και, όπου χρειάζεται, να τον κατευθύνει και προς την κατάλληλη επιστημονική και κοινωνική υποστήριξη.
Υπάρχει όμως και μία άλλη μορφή πόνου, λιγότερο ορατή: η μοναξιά. Μπορεί κάποιος να βρίσκεται ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους και να αισθάνεται μόνος. Υπάρχουν γυναίκες που μεγάλωσαν παιδιά και όταν αυτά έφυγαν από το σπίτι βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα μεγάλο κενό. Υπάρχουν γυναίκες που έζησαν έναν γάμο χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Υπάρχουν γυναίκες που δεν παντρεύτηκαν και αισθάνονται ότι η κοινωνία τις θεωρεί ελλιπείς. Υπάρχουν διαζευγμένες γυναίκες που κουβαλούν κοινωνικές προκαταλήψεις, χήρες που μένουν μόνες, ηλικιωμένες γυναίκες που αισθάνονται ότι κανείς πλέον δεν τις χρειάζεται, αλλά και νέες γυναίκες που, παρά την έντονη κοινωνική τους δικτύωση, αισθάνονται βαθιά μόνες.
Και εδώ η Εκκλησία έχει ένα μεγάλο έργο. Να ξαναδώσει στον άνθρωπο την εμπειρία της κοινωνίας. Να του θυμίσει ότι δεν είναι αριθμός, δεν είναι προφίλ, δεν είναι φωτογραφία, δεν είναι επαγγελματικός τίτλος, δεν είναι οικογενειακή κατάσταση. Είναι πρόσωπο. Και το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σχέση, χωρίς αγάπη, χωρίς κοινωνία.
Η μητρότητα αποτελεί μία από τις μεγάλες εκφράσεις της γυναικείας προσφοράς, χωρίς όμως να εξαντλεί την αξία της γυναίκας. Η Εκκλησία τιμά βαθύτατα τη μητέρα, επειδή μέσα στη μητρότητα φανερώνεται με μοναδικό τρόπο η θυσιαστική αγάπη. Η μητέρα ξενυχτά, ανησυχεί, προσεύχεται, συγχωρεί, περιμένει, δίνει χωρίς να ζητά πάντοτε ανταπόδοση. Και πολλές φορές η μεγαλύτερη προσφορά της παραμένει αόρατη. Πόσες μητέρες δεν έγιναν οι κρυφές ρίζες από τις οποίες μεγάλωσαν ολόκληρες οικογένειες; Πόσες προσευχές μητέρων δεν έγιναν η αρχή μιας επιστροφής στον Θεό; Πόσοι άνθρωποι δεν θυμούνται στα δύσκολα χρόνια της ζωής τους τη φράση που τους έλεγε η μητέρα τους;
Η μητέρα πολλές φορές είναι ο πρώτος ναός του παιδιού. Η πρώτη εικόνα της αγάπης, η πρώτη εμπειρία της συγχώρησης, η πρώτη προσευχή. Γι’ αυτό και η αγιότητα της μητέρας έχει τεράστια κοινωνική ακτινοβολία.
Ας μην ξεχνούμε όμως και μία άλλη κατηγορία γυναικών: εκείνες που δεν φαίνονται. Τη γυναίκα που καθαρίζει ένα σπίτι και κανείς δεν το παρατηρεί, τη νοσηλεύτρια που στέκεται δίπλα στον ασθενή, την εκπαιδευτικό που αφιερώνει χρόνο σε ένα παιδί που δυσκολεύεται, την κόρη που φροντίζει τον ηλικιωμένο πατέρα της, τη σύζυγο που στέκεται δίπλα στον άρρωστο άνδρα της, τη γιαγιά που μεγαλώνει τα εγγόνια της, τη μοναχή που προσεύχεται σιωπηλά για ολόκληρο τον κόσμο, την εργαζόμενη γυναίκα που επιστρέφει κουρασμένη στο σπίτι και συνεχίζει να προσφέρει. Αυτές οι γυναίκες μπορεί να μην έχουν δημόσια αναγνώριση. Έχουν όμως κάτι που είναι πολύ μεγαλύτερο: την αξία της κρυφής προσφοράς. Και ο Χριστός βλέπει αυτό που ο κόσμος δεν βλέπει.
Η αγιότητα δεν σημαίνει ότι η γυναίκα πρέπει να απομακρυνθεί από τον κόσμο. Η αγιότητα σημαίνει να μεταμορφώνει τον κόσμο στον οποίο ζει. Η Αγία Φιλοθέη δεν έζησε έξω από την κοινωνία. Η Αγία Ελένη δεν έζησε έξω από την ιστορία. Η Αγία Μακρίνα δεν έγινε αγία επειδή απέφυγε την ευθύνη. Οι Μυροφόρες δεν έγιναν αγίες επειδή έμειναν μακριά από τον πόνο. Η αγιότητα γεννιέται μέσα στην πραγματική ζωή, μέσα στον γάμο, στην οικογένεια, στην εργασία, στην ασθένεια, στη χηρεία, στη μοναχική ζωή, στην κοινωνική προσφορά, στη δοκιμασία, στη συγχώρηση και στην καθημερινή μάχη εναντίον του εγωισμού. Γι’ αυτό η αγιότητα δεν είναι φυγή από την ανθρώπινη πραγματικότητα. Είναι η μεταμόρφωση της ανθρώπινης πραγματικότητας.
Στη σύγχρονη εποχή υπάρχει έντονη η απαίτηση της αυτοπραγμάτωσης: «Γίνε αυτό που θέλεις», «δημιούργησε τον εαυτό σου», «μην έχεις ανάγκη κανέναν», «πρέπει να είσαι δυνατή». Και ασφαλώς υπάρχουν μέσα σε αυτά στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο να αποκτήσει αυτοπεποίθηση και να διεκδικήσει τον σεβασμό που του αναλογεί. Υπάρχει όμως και ένας κίνδυνος: να μετατραπεί η ελευθερία σε νέα δουλεία. Η γυναίκα να αισθανθεί ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει ότι είναι δυνατή, ότι δεν επιτρέπεται να κουραστεί, ότι δεν επιτρέπεται να κλάψει, ότι δεν επιτρέπεται να ζητήσει βοήθεια, ότι η ανάγκη της για αγάπη αποτελεί αδυναμία.
Η Εκκλησία προσφέρει μία άλλη εικόνα. Ο άνθρωπος δεν σώζεται επειδή είναι αυτάρκης. Σώζεται επειδή αγαπά και αγαπιέται. Ο Χριστιανισμός δεν θεμελιώνεται στην αυτάρκεια αλλά στην κοινωνία. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα που μπορούμε να δώσουμε στη σύγχρονη γυναίκα: δεν χρειάζεται να σηκώσει μόνη της ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχει ο Θεός, υπάρχει η Εκκλησία, υπάρχει ο συνάνθρωπος, υπάρχει η οικογένεια, υπάρχει η κοινότητα, υπάρχει η δυνατότητα να πει «χρειάζομαι βοήθεια». Και αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι ανθρώπινο.
Η Εκκλησία καλείται σήμερα να ακούσει περισσότερο τη γυναίκα. Να ακούσει τις αγωνίες της, την κούρασή της, τους φόβους της, τις απογοητεύσεις της, τις προσδοκίες της, τα τραύματά της, τις δυσκολίες της ως μητέρας, συζύγου, εργαζομένης, κόρης, χήρας, μοναχής ή επαγγελματία. Να μην της μιλά μόνο για το τι πρέπει να κάνει, αλλά να τη ρωτήσει και: «Πώς είσαι; Τι σε πονάει; Τι χρειάζεσαι; Πώς μπορούμε να σταθούμε δίπλα σου;» Αυτό είναι ποιμαντική. Και αυτό είναι, τελικά, το πνεύμα του Χριστού.
Σήμερα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη εποχή, η κοινωνία χρειάζεται γυναίκες που δεν θα ορίζονται από την κατανάλωση, την εικόνα και την προβολή. Χρειάζεται γυναίκες με εσωτερικότητα, με πνευματική καλλιέργεια, με ευαισθησία, με δύναμη, με διάκριση, με δυνατότητα να δημιουργούν κοινωνία, με την ικανότητα να μετατρέπουν το σπίτι σε χώρο ειρήνης, τον χώρο εργασίας σε χώρο ανθρωπιάς και την κοινωνία σε χώρο αλληλεγγύης.
Και εδώ οι άγιες γυναίκες της Εκκλησίας δεν αποτελούν μουσειακά πρόσωπα του παρελθόντος. Είναι ζωντανά πρότυπα. Η Αγία Μαρία η Αιγυπτία μάς μιλά για τη δύναμη της μετάνοιας. Η Αγία Μόνικα μάς μιλά για τη δύναμη της προσευχής μιας μητέρας. Η Αγία Φιλοθέη μάς μιλά για την κοινωνική προσφορά. Η Αγία Μακρίνα μάς μιλά για την πνευματική καλλιέργεια και την αφιέρωση. Οι Μυροφόρες μάς μιλούν για την πίστη που δεν εγκαταλείπει τον Χριστό ακόμη και μπροστά στον θάνατο. Και πάνω από όλες, η Παναγία μάς διδάσκει την απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό.
Ίσως, λοιπόν, το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας να μην είναι ότι η γυναίκα δεν έχει αρκετές δυνατότητες. Ίσως είναι ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει για ποιον λόγο ζει. Και εδώ η αγιότητα αποτελεί απάντηση.
Η αγιότητα λέει στη γυναίκα: δεν είσαι το σώμα σου, δεν είσαι η ηλικία σου, δεν είσαι η επαγγελματική σου επιτυχία, δεν είσαι η οικογενειακή σου κατάσταση, δεν είσαι τα λάθη σου, δεν είσαι οι αποτυχίες σου, δεν είσαι η γνώμη των άλλων για σένα. Είσαι πρόσωπο αγαπημένο από τον Θεό. Και αυτό δεν μπορεί να σου το αφαιρέσει κανείς.
Αδελφοί μου, η Εκκλησία σήμερα δεν καλείται να δημιουργήσει μία «ιδεατή γυναίκα». Καλείται να δείξει στη γυναίκα τον δρόμο προς τον Χριστό. Και ο δρόμος αυτός περνά μέσα από την ελευθερία, την αλήθεια, την αγάπη, τη μετάνοια και την αγιότητα.
Ας κοιτάξουμε την Παναγία. Εκείνη δεν αναζήτησε την αξία της στα μάτια του κόσμου. Δεν επεδίωξε εξουσία. Δεν αναζήτησε προβολή. Έζησε με ταπείνωση, αλλά η ταπείνωσή της δεν ήταν υποτίμηση. Ήταν μεγαλείο. «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί». Και πράγματι, όλες οι γενεές τη μακαρίζουν. Γιατί μέσα στην Παναγία βλέπουμε τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος όταν προσφέρει ελεύθερα την ύπαρξή του στον Θεό.
Αλλά ας κοιτάξουμε και τις άγιες γυναίκες της Εκκλησίας. Τις μάρτυρες, τις μητέρες, τις μοναχές, τις βασίλισσες, τις φτωχές, τις μορφωμένες, τις αγράμματες, τις γυναίκες που έζησαν στα ανάκτορα και εκείνες που έζησαν στις ερήμους, τις γυναίκες που έμειναν στην ιστορία και εκείνες που δεν γνωρίζει κανείς παρά μόνον ο Θεός. Όλες μάς φανερώνουν ένα μεγάλο μυστικό: η αγιότητα δεν εξαρτάται από το πού βρίσκεσαι, αλλά από το πώς στέκεσαι απέναντι στον Θεό και στον άνθρωπο.
Γι’ αυτό το μήνυμα προς κάθε γυναίκα σήμερα είναι μήνυμα ελπίδας. Μην επιτρέψεις στον κόσμο να σου πει ότι αξίζεις μόνο όταν είσαι όμορφη. Μην επιτρέψεις στην κοινωνία να σου πει ότι αξίζεις μόνο όταν είσαι επιτυχημένη. Μην επιτρέψεις στην αποτυχία να σου πει ότι τελείωσε η ζωή σου. Μην επιτρέψεις σε μία πληγή να γίνει η ταυτότητά σου. Μην επιτρέψεις στη μοναξιά να σε πείσει ότι είσαι μόνη.
Και πάνω απ’ όλα, μην ξεχάσεις ότι υπάρχει Εκείνος που σε γνωρίζει βαθύτερα από όσο γνωρίζεις εσύ τον εαυτό σου: ο Χριστός. Εκείνος που συναντά τη Σαμαρείτιδα, Εκείνος που αποκαθιστά την αιμορροούσα, Εκείνος που δέχεται τη μετάνοια της αμαρτωλής, Εκείνος που συνομιλεί με τη Μάρθα και τη Μαρία, Εκείνος που εμπιστεύεται στις Μυροφόρες το μήνυμα της Αναστάσεως, Εκείνος που χαρίζει στην Παναγία τη μοναδική τιμή να γίνει Μητέρα του Θεού. Και Εκείνος εξακολουθεί να λέει σε κάθε άνθρωπο: «Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε».
Αυτό είναι το φως της αγιότητας. Και μέσα σε αυτό το φως η γυναίκα δεν χάνει την προσωπικότητά της, δεν χάνει τη δύναμή της, δεν χάνει την ελευθερία της, δεν χάνει τη μοναδικότητά της. Αντίθετα, ανακαλύπτει το αληθινό της πρόσωπο. Γιατί η αγιότητα δεν κάνει τον άνθρωπο λιγότερο άνθρωπο. Τον κάνει περισσότερο άνθρωπο. Και η γυναίκα, όταν φωτίζεται από την αγιότητα, γίνεται αυτό που υπήρξε πάντοτε στον καλύτερο εαυτό της: πρόσωπο αγάπης, προσφοράς, ζωής και ελπίδας.
Ας είναι, λοιπόν, η Παναγία σκέπη κάθε γυναίκας. Ας είναι οι άγιες γυναίκες της Εκκλησίας συνοδοιπόροι και πρεσβευτές της. Και ας παρακαλούμε τον Θεό να χαρίζει σε κάθε γυναίκα δύναμη στις δοκιμασίες της, φως στις αποφάσεις της, παρηγοριά στις θλίψεις της, στήριξη στους αγώνες της και, πάνω απ’ όλα, εκείνο το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να λάβει ο άνθρωπος: τη χάρη να γνωρίσει τον Χριστό και να γίνει άγιος. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Εσπερίδα προς τιμήν της Αγίας Θεοδώρας βασιλίσσης της Άρτης και βραβεύσεις στην Ενορία μας (βίντεο)

Παρακολουθήστε την Εσπερίδα προς τιμήν της Αγίας Θεοδώρας βασίλισσας της Άρτης με τους εξαιρετικούς ομιλητές και τις βραβεύσεις των προσώπων...