Ὅταν θέλει ὁ Θεός

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 23 Σεπτεμβρίου 2018 (Τοῦ Προδρόμου: Γαλ. δ΄ 22-27)
Ἀδελφοί, Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. ἀλλ’ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας. ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ· τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἱερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ρῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.
«Εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα»
Σήμερα γιορτάζουμε τὴ Σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Γι᾿ αὐτό, τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε, εἶναι τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἀνάγνωσμα κλείνει μὲ μία προφητεία τοῦ Ἡσαΐα, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὰ λόγια ποὺ προτάξαμε: Νὰ εὐφρανθεῖς ἐσὺ ποὺ ἤσουν στείρα. Ὡς πρὸς τὴ σημερινὴ ἑορτή, ὁ λόγος αὐτὸς ἀναφέρεται στὴν δικαία Ἐλισάβετ, τὴ μητέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἡ ὁποία ἦταν στείρα, δὲν μποροῦσε νὰ κάνει παιδιά, καὶ μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ συνέλαβε τὸν ἅγιο Ἰωάννη.
Ἂς δοῦμε πῶς ἐφαρμόσθηκε ὁ λόγος αὐτὸς στὴν Ἐλισάβετ καὶ τί πρέπει νὰ σημάνει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας.
1. Τὸ μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Οἱ δίκαιοι Ζαχαρίας καὶ Ἐλισάβετ ἦταν ἕνα πολὺ εὐλογημένο ζευγάρι, ἄμεμπτοι στὴ ζωή τους, ἀκριβεῖς τηρητὲς ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ὅμως ἄτεκνοι, καθὼς ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στείρα, καὶ ἤδη ἦταν γέροντες. Τὰ πράγματα ὅμως ἄλλαξαν μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ζαχαρίας ἦταν ἱερέας. Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἐφημερίας του, ἐνῶ θυμίαζε μέσα στὸν Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀνήγγειλε εὐχάριστο μήνυμα: ὅτι ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή του καὶ θὰ τοῦ ἔδινε παιδί, τὸ ὁποῖο θὰ εἶχε πολλὴ θεία Χάρι ἤδη ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του καὶ θὰ γινόταν μεγάλος, σπουδαῖος ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.
Ὁ Ζαχαρίας δίστασε καὶ ἀποκρίθηκε στὸν Ἀρχάγγελο:
–Πῶς θὰ γίνει αὐτό; Ἐγὼ καὶ ἡ γυναίκα μου εἴμαστε πιὰ γέροντες. Εἴμαστε σὲ ἡλικία κατὰ τὴν ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε παιδί.
Τότε ὁ Ἀρχάγγελος τοῦ ἐπέβαλε ἐπιτίμιο λόγῳ τῆς ὀλιγοπιστίας του: νὰ μείνει ἄφωνος μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ γιοῦ του. Ὁ δίκαιος μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐφημερίας του ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του. Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες πράγματι συνέλαβε ἡ Ἐλισάβετ. Γιὰ πέντε μῆνες ἔκρυβε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ συστολὴ γιὰ τὴν ἐγκυμοσύνη της· ἀλλὰ ὅταν πιὰ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ κρύβεται, ἔλεγε σὲ ὅσους τὴ συνέχαιραν, ὅτι νά, ἔτσι, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἡλικία, μὲ ἐπισκέφθηκε ὁ Θεὸς καὶ μὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν ἀτεκνία (βλ. Λουκ. α´ 5-25). Τὸ θαῦμα συγκλόνισε ὅλη τὴν περιοχή: Μιὰ στείρα γερόντισσα νὰ γεννήσει παιδί!
2. Ὅλα δυνατὰ στὸν Θεὸ
Ὁ Τίμιος Πρόδρομος εἶναι κορυφαία μορφὴ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ ζωή του ἀπὸ τὴν πρώτη ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος της εἶναι μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη. Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς γεννήσεώς του ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ κρατήσουμε γιὰ τὴ δική μας ζωή: τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀδιέξοδα γιὰ τὸν Θεό.
Οἱ δίκαιοι ἦταν γέροντες, ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στείρα. Ἡ φύση ἦταν ἀδύναμη. Ἡ Χάρις ὅμως, δηλαδὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φύση. Οἱ προσευχὲς τοῦ ζεύγους εἰσακούσθηκαν, ὁ Θεὸς θέλησε, τὸ θαῦμα ἔγινε.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ στὴ ζωή μας, στὸν ἀγώνα μας, στὰ ἀδιέξοδα καὶ στὶς ἀπελπιστικὲς καταστάσεις ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ ὅλα εἶναι κατορθωτά. Ἂς μὴ θέλουμε νὰ λύσουμε τὰ προβλήματά μας μὲ τὶς δικές μας μόνο δυνάμεις. Ὁπωσδήποτε ὀφείλουμε νὰ κάνουμε πάντοτε ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς. Ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα μας ἂς εἶναι πρωτίστως στὸν Πατέρα μας, ὁ Ὁποῖος μᾶς φροντίζει μὲ τέλεια ἀγάπη καὶ εἶναι πάνσοφος καὶ παντοδύναμος.
Ὅταν τὰ πράγματα φθάσουν σὲ ἀδιέξοδο, «τότε μάλιστα ἔλπιζε», τότε πιὸ πολὺ νὰ ἐλπίζεις, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Διότι τότε ὁ Θεὸς δείχνει τὴ δύναμή Του, ὅταν χαθεῖ ἡ ἐλπίδα γιὰ κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια. Καὶ καταλήγει ὁ ἅγιος Πατήρ: Μὴν προσέχεις λοιπὸν στὴ φύση τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία προκαλεῖ ἀπόγνωση, ἀλλὰ στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μπορεῖ νὰ δώσει αἴσια ἔκβαση στὸ ἀδιέξοδό μας(*).
Αὐτὴ ἐξάλλου εἶναι ἡ ἐπίμονη προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας στὰ παιδιά της: «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ὁ καθένας νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους καὶ ὅλη τὴ ζωή του στὸν Χριστὸ τὸν Θεό μας.
***
Ἕνα δισταγμὸ ἐξέφρασε ὁ Ζαχαρίας στὸν Ἀρχάγγελο γιὰ τὴν ἀπόκτηση παιδιοῦ, καθὼς εἶχε στραμμένη τὴν προσοχή του στὰ ἀνθρώπινα δεδομένα καὶ ὄχι στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ· καὶ ὁ Ἀρχάγγελος τοῦ ἐπέβαλε ὡς ἐπιτίμιο τὴν ἀφωνία! Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅλα τὰ κάνει εὔκολα καὶ μᾶς ἔδωσε ὑπόσχεση ὅτι ποτὲ δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει. Ἔπειτα ἡ ἴδια ἡ ἐποχή μας, ἐποχὴ κρίσεως, ἀναταραχῶν καὶ ἀνασφάλειας, μᾶς διδάσκει νὰ στηρίζουμε τὴν ἐλπίδα μας μόνο στὸν Κύριο τῆς ἱστορίας. Ἂς τὸ ἀποφασίσουμε λοιπόν.
(*) «Ὅταν εἰς ἀπορίαν τὰ πράγματα ἐμπέσῃ, τότε μάλιστα ἔλπιζε. Τότε γὰρ μάλιστα ὁ Θεὸς ἐπιδείκνυται τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν, οὐκ ἐκ προοιμίων, ἀλλ᾽ ὅταν τὰ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἀπογνωσθῇ. Οὗτος γὰρ τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας ὁ καιρός» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἐξήγησις εἰς τὸν ΡΙΖ´ Ψαλμόν, PG 55, 332).
Ἡ θαυμαστή ἁλιεία

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν ᾿Ιησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
1. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ
Ὁ Κύριος περιδιαβαίνει τὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ τὰ πλήθη τρέχουν μὲ πόθο κοντά του. Καὶ καθὼς βλέπει δυὸ μικρὰ πλοῖα ἀραγμένα στὴ λίμνη, μπαίνει σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτά· εἶναι τὸ πλοῖο τοῦ Σίμωνα. Καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸ σύρει λίγο πιὸ μέσα στὴ λίμνη γιὰ νὰ διδάξει τὰ πλήθη μέσα ἀπὸ τὸ πλοῖο αὐτό. Ὅταν τελείωσε τὴ διδασκαλία του ὁ Κύριος, λέει στὸν Σίμωνα: Φέρε πάλι τὸ πλοῖο στὰ βαθιὰ νερὰ τῆς λίμνης καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας. Ὁ Σίμων ὅμως μὲ ἔκπληξη τοῦ ἀποκρίνεται: Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τὰ δίχτυα καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε. Ἀφοῦ ὅμως τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ. Καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἀκολούθησε ἦταν ἐντυπωσιακό. Τὸ δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλὰ ψάρια, ὥστε ἄρχισε νὰ σχίζεται. Οἱ ψαράδες τότε φώναξαν ἀμέσως τοὺς συνεταίρους τους ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο, νὰ βοηθήσουν νὰ σύρουν τὸ δίχτυ ἐπάνω. Ἀλλὰ τὰ ψάρια ἦταν τόσο πολλά, ὥστε τὰ δυὸ πλοῖα κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν.
Τί νόημα ὅμως εἶχε αὐτὸ τὸ τόσο ἐντυπωσιακὸ θαῦμα; Καὶ γιατί ὁ Κύριος πρὶν τὸ ἐπιτελέσει ζήτησε ἀπὸ τοὺς ψαράδες νὰ ρίξουν τὰ δίχτυα τους καὶ μάλιστα σὲ ἀκατάλληλη ὥρα; Διότι ὁ Κύριος μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἤθελε νὰ διδάξει πολὺ μεγάλες ἀλήθειες στοὺς ψαράδες τῆς Γαλιλαίας, τοὺς ὁποίους σὲ λίγο θὰ καλοῦσε νὰ γίνουν ἁλιεῖς ἀνθρώπων καὶ νὰ σαγηνεύουν στὰ πνευματικά τους δίχτυα ὅλη τὴν οἰκουμένη. Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἦταν τύπος τῆς πνευματικῆς ἁλιείας τους. Καὶ ἔπρεπε νὰ χαραχθεῖ βαθιὰ στὴν ψυχή τους. Ἔπρεπε νὰ τὸ θυμοῦνται πολὺ καλὰ οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ὅταν ἀργότερα στὸ τιτάνιο ἔργο τους θὰ συναντοῦσαν δυσκολίες καὶ ἀπογοητεύσεις. Νὰ θυμοῦνται καὶ νὰ συναισθάνονται ὅτι στὴν πνευματική τους διακονία χωρὶς τὸν Κύριο δὲν θὰ μποροῦσαν τίποτε νὰ ἐπιτύχουν, ἐνῶ μὲ τὴ δική του δύναμη θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν τὰ πάντα. Ἄδεια τὰ δίχτυα χωρὶς τὴν εὐλογία του. Γεμάτα ὅταν τὰ εὐλογοῦσε ὁ Χριστός.
Ἔπρεπε ἀκόμη νὰ καταλάβουν οἱ μαθητὲς μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ὅτι γιὰ νὰ ἔχουν καρποφορία στὸ ἔργο τους θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν τυφλὴ ὑπακοὴ στὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου. Ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν κατανοοῦσε ἡ περιορισμένη τους λογική. Καὶ νὰ μὴν ὑπολογίζουν κόπο καὶ θυσίες. Αὐτοὶ νὰ δίνουν τὸ χρόνο τους, τὸν κόπο τους καὶ τὴ ζωή τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ τὰ μεταχειρισθεῖ ὅπως Αὐτὸς ἤθελε· ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἐπιβραβεύει τὴ θυσία τους, τὴν πρόθυμη ὑπακοή τους, τὴν ἀδιάσειστη πίστη τους στὴ δύναμή του.
2. ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΑΜΑΡΤΩΛΟΤΗΤΟΣ
Ὅταν εἶδε ὁ Πέτρος τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ καὶ ἀνέλπιστο πλῆθος τῶν ψαριῶν, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶπε: Βγὲς ἀπὸ τὸ πλοῖο μου καὶ φύγε ἀπὸ μένα, Κύριε, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ Σ’ ἔχω στὸ πλοῖο μου. Ὁ Κύριος ὅμως τὸν καθησύχασε καὶ τοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι. Ἀπὸ τώρα θὰ σαγηνεύεις ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ κήρυγμά σου θὰ ὁδηγεῖς στὴ σωτηρία. Κατόπιν ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ οἱ ψαράδες ἐπανέφεραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν.
Ἡ στάση ὅμως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μᾶς δημιουργεῖ κάποιον προβληματισμό. Γιατὶ ἀντὶ νὰ πανηγυρίσει γιὰ τὸ μεγαλειῶδες θαῦμα, παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸ πλοῖο του; Αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια περίμενε τὸν Μεσσία, τώρα Τοῦ ζητᾶ νὰ φύγει ἀπὸ τὴ ζωή του; Ἀσφαλῶς τὸ αἴτημα τοῦ Πέτρου δὲν ἐκφράζει μία διάθεση ἀρνήσεως καὶ ἀποδιώξεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα. Ὁ ἄδολος αὐτὸς ψαρὰς τῆς Γαλιλαίας ἔνιωσε τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνα φοβερὸ συγκλονισμὸ στὴν ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στὴν εὐλογία τοῦ θαύματος ὅτι δὲν ἔχει μπροστά του ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἕνα μοναδικὸ διδάσκαλο ποὺ ἔχει θεία δύναμη. Καὶ αἰσθανόμενος τὸ μεγαλεῖο του δὲν ἀντέχει νὰ ἀτενίσει τὸ θεϊκό του πρόσωπο, ἀλλὰ πέφτει συντετριμμένος καὶ Τὸν προσκυνᾶ. Διότι αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς παρουσίας του. Αἰσθάνεται τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴ δική του μικρότητα καὶ ἁμαρτωλότητα.
Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει σὲ κάθε πνευματικὸ ἄνθρωπο κάθε φορὰ ποὺ αἰσθάνεται ἰδιαιτέρως ἔκδηλη τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του. Εἶναι ἕνα βίωμα ποὺ τὸ νιώθουμε οἱ πιστοὶ καθὼς βρισκόμαστε σὲ μία ἱερὴ ὥρα τῆς λατρείας ἢ σὲ στιγμὲς ποὺ αἰσθανόμαστε τὸν Θεὸ ὁλοζώντανο στὴ ζωή μας, καὶ ἀφυπνίζεται ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Μᾶς συνέχει τότε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Τρέμουμε, φοβόμαστε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τὴν ποθοῦμε καὶ τὴ λαχταροῦμε. Πῶς νὰ πλησιάσουμε τὸν πάναγνο Κύριο οἱ ρυπαροὶ καὶ ἀνάξιοι; Αἰσθανόμαστε πόσο ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε καὶ ὅτι δὲν ἀξίζουμε τῶν εὐλογιῶν τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε ἴσως εἶναι ὅτι ὅσο περισσότερο ἀναγνωρίζουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ἑλκύουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ ἂς στεκόμαστε μὲ δέος καὶ φόβο ἐνώπιόν του καὶ ἂς Τὸν παρακαλοῦμε ταπεινὰ καὶ ὁλοκάρδια νὰ μὴ φύγει ποτὲ ἀπὸ κοντά μας λόγῳ τῆς μεγάλης ἁμαρτωλότητός μας, ἀλλὰ νὰ μένει πάντοτε στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὴν γεμίζει μὲ τὶς εὐλογίες του.
ΠΗΓΗ: Ο ΣΩΤΗΡ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου