14 Φεβ 2021

03. Ασκητές μέσα στον κόσμο: Σωτήριος Βακουφτσῆς

 


                                                                        Σωτήριος Βακουφτσῆς

Στό χω­ριό Αὔ­ρα Κα­λαμ­πά­κας γεν­νή­θη­κε καί ἔ­ζη­σε ὁ Σω­τή­ρης Βα­κουφ­τσῆς. Ἀ­πό μι­κρός ἔ­δει­χνε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­κα­νε προ­σευ­χές καί νη­στεῖ­ες καί ἄλ­λους πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες χω­ρίς νά ἔ­χη κά­ποι­ον ὁ­δη­γό ἀλ­λά πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό τήν καρ­δια­κή του θέρ­μη πρός τόν Χρι­στό. Ἀρ­γό­τε­ρα βο­η­θή­θη­κε πο­λύ ἀ­πό κάποιον μα­κρι­νό συγ­γε­νῆ του, τόν Χρῆ­στο Γκουντό­που­λο, με­γα­λύ­τε­ρό του στήν ἡ­λι­κία­.

Ὁ Χρῆ­στος ἐρ­γά­στη­κε ὡς βο­σκός στήν Αὔ­ρα γιά πολ­λά χρό­νια. Ἀ­πό μι­κρός εἶ­χε ἀ­να­τρα­φῆ κοντά στό Μο­να­στή­ρι Βυ­του­μᾶ ὅ­που ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­χε γί­νη κα­λό­γε­ρος. Ὁ Χρῆ­στος ἦ­ταν πο­λύ ἁ­πλός καί με­γά­λος νη­στευ­τής. Τίς Σα­ρα­κο­στές ἔ­τρω­γε μό­νο χόρ­τα μα­γει­ρε­μέ­να μέ κα­λαμ­πό­κι ἀ­λε­σμέ­νο. Εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρο τό­πο γι­ά προ­σευ­χή μέ­σα στό δά­σος. Ἡ προ­σευ­χή του δι­αρ­κοῦ­σε πολ­λές ὧ­ρες. Στε­κό­ταν ὄρ­θιος κρα­τώντας στά χέ­ρια του μί­α φυλ­λά­δα, ἂν καί ἦ­ταν ἀ­γράμ­μα­τος. Εἶ­χε δυ­να­τή προ­σευ­χή, γι᾿ αὐ­τό τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν καί ἄλ­λοι νά προ­σεύ­χε­ται γιά δι­ά­φο­ρα προ­σω­πι­κά τους θέ­μα­τα. Μί­α φο­ρά πῆ­ρε πλη­ρο­φο­ρί­α στήν προ­σευ­χή του ὅ­τι τραυ­μα­τί­στη­κε ἕ­νας ἐ­ξά­δελ­φός του. Εἶ­πε στούς συγ­γε­νεῖς του ὅ­τι ὁ Γι­ῶρ­γος «σή­με­ρα τραυ­μα­τί­στη­κε ἀλ­λά δέν θά πε­θά­νει τώ­ρα. Πάντως ἀ­πό σφαῖ­ρα θά πε­θά­νει». Τά ὁποῖα καί ἔγι­ναν. Στό τέ­λος ὁ Χρῆ­στος προ­γνώ­ρι­σε τόν θά­να­τό του. Ἔφυ­γε καί πῆ­γε στό σπί­τι ἑ­νός ἐ­ξα­δέλ­φου του, ὅπου καί ἐκοι­μή­θη.

Ἐ­πει­δή ὁ Σω­τή­ρης εἶ­χε τά ἴδια ἐν­δι­α­φέ­ροντα μέ τόν Χρῆ­στο ἔ­κα­ναν πα­ρέ­α, συ­ζη­τοῦ­σαν πνευ­μα­τι­κά καί τόν ἀκο­λου­θοῦ­σε στούς ἀγῶ­νες του. Πῆ­ρε καί ὁ Σω­τή­ρης τό τυ­πι­κό του.

Ὅλη ἡ ζω­ή τοῦ Σω­τη­ρί­ου ἦ­ταν ἀ­ρω­μα­τι­σμέ­νη μέ ἀγῶ­νες, προ­σευ­χή καί εὐ­λά­βεια. Ὑ­πῆρ­ξε πο­λύ­τε­κνος πα­τέ­ρας, ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κός οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, φι­λή­συ­χος καί φι­λα­κό­λου­θος. Κά­θε Κυ­ρια­κή μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά του ἐκ­κλη­σι­ά­ζονταν, κα­θώς καί στίς ἑ­ορ­τές. Αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες γι­ά τό αἰ­δέ­σι­μο τῆς ἡ­μέ­ρας δέν ἤ­θε­λε οὔ­τε καί νά μα­γει­ρεύ­ουν. Τίς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες νη­στεῖ­ες τίς τη­ροῦ­σε αὐ­στη­ρά ὁ ἴ­διος ἀλ­λά καί δέν ἐ­πέ­τρε­πε σέ κα­νέ­ναν τοῦ σπι­τιοῦ νά χα­λά­ση τή νη­στεί­α καί τήν ἀρ­γί­α. Τη­ροῦ­σε μέ ἀ­κρί­βεια τίς ἐντο­λές τοῦ Θε­οῦ, ἀ­νε­δεί­χθη δί­και­ος καί εὐ­α­ρέ­στη­σε τόν Θε­ό. Ὅ­λοι στό χω­ριό τόν σέ­βονταν καί ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν τήν ἀ­ρε­τή του. Τόν θε­ω­ροῦ­σαν σάν τόν πιό ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κό χρι­στια­νό.

Ἦ­ταν πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός καί φι­λό­πο­νος. Δέν σύ­χνα­ζε στά κα­φε­νεῖ­α καί ἀ­πέ­φευ­γε ἐ­πι­με­λῶς τήν κα­τά­κρι­ση. Πα­ρά τήν φτώ­χεια του ἔ­κα­νε κρυ­φά ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Ἔ­στελ­νε εὐ­λο­γί­ες ἀ­πό τούς κό­πους του σέ πτω­χούς καί ἀρ­ρώ­στους. Ζοῦ­σε μέ ἔντα­ση τήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Ὁ νοῦς του ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μέ τήν προ­σευ­χή καί μέ θεί­ους δι­α­λο­γι­σμούς. Κά­θε πρω­ΐ μό­λις ξυ­πνοῦ­σε πλε­νό­ταν καί κα­τέ­βαι­νε στήν «σού­δα» (ἕ­να ρε­μα­τά­κι κοντά στό σπί­τι του), ὅ­που εἶ­χε εἰ­δι­κό τό­πο γι­ά τήν προ­σευ­χή καί τίς με­τά­νοι­ες. Τά χέ­ρια του εἶ­χαν κά­νει ρό­ζους ἀ­πό τίς πολ­λές με­τά­νοι­ες. Ἔ­φε­ρε πάντα μα­ζί του στό «σω­κόρ­φι» του (ἐ­σω­τε­ρι­κή τσέ­πη) τήν φυλ­λά­δα μέ τίς δι­δα­χές τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ. Ὁ ἴ­διος δέν ἤ­ξε­ρε γράμ­μα­τα ἀλ­λά ἔ­βα­ζε ἄλ­λους βο­σκούς νά τήν δι­α­βά­ζουν. Ἄ­κου­γε μέ προ­σο­χή τά κη­ρύγ­μα­τα τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ, τά τύ­πω­νε στό κα­θα­ρό μυα­λό του καί ἔπειτα τά δι­η­γεῖ­το καί στούς ἄλ­λους χά­ριν ὠ­φε­λεί­ας. Πα­ρα­κι­νοῦ­σε τούς ἀν­θρώ­πους νά κά­νουν κα­λά ἔρ­γα. Νέ­α παι­διά πού ἔ­βο­σκαν μα­ζί τά πρό­βα­τα, τά δί­δα­σκε πῶς νά προ­σεύ­χω­νται καί τά ἔ­βα­ζε νά κά­νουν με­τά­νοι­ες. Στίς συ­ζη­τή­σεις τοῦ ἄ­ρε­σε νά δι­η­γῆ­ται βί­ους ἁ­γί­ων, θαύ­μα­τα τῆς Πα­να­γί­ας καί γιά τήν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α.

Ἔ­χοντας κα­θα­ρή, ἄ­μεμ­πτη ζω­ή καί ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή πολ­λές φο­ρές ἔ­παιρ­νε κά­ποι­α «πλη­ρο­φο­ρί­α», δη­λα­δή ὁ Θε­ός τοῦ φα­νέ­ρω­νε κά­τι.

Εἶ­χε ἕ­να μι­κρό κο­ρι­τσά­κι γι­ά τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­λε­γε: «Αὐ­τό θά μᾶς κά­ψει τήν καρ­διά». Καί με­τά ἀ­πό λί­γα χρό­νια πέ­θα­νε. Ἡ ἄλ­λη του κό­ρη εἶ­χε ἀρ­ρω­στή­σει καί και­γό­ταν στόν πυ­ρε­τό γι­ά ἕ­να χρό­νο. Εἶ­δε τό­τε στόν ὕ­πνο του ὅ­τι πή­γαι­νε στόν για­τρό καί κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ για­τρός εἶ­ναι στήν πλα­τεῖ­α.

Κα­τά­λα­βε τήν ση­μα­σί­α τοῦ ὀ­νεί­ρου καί πῆ­γε τή νύ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, πού εἶ­ναι δί­πλα στήν πλα­τεῖ­α. Στά­θη­κε στό στα­σί­δι, προ­σευ­χή­θη­κε γι­ά λί­γο καί εἶ­πε στήν γυ­ναῖ­κα του: «Πᾶ­με νά φύ­γου­με, τό παι­δί θά γί­νη κα­λά». Καί ὄντως ἐνῶ πή­γαι­ναν γιά τό σπί­τι, τό ἄ­φη­σε ὁ πυ­ρε­τός.

Ἄλ­λη φο­ρά ἡ κό­ρη του βό­σκοντας τίς γα­λο­ποῦ­λες χά­θη­κε. Ὅ­λοι εἶ­χαν ἀ­να­στα­τω­θῆ, ὁ μπαρ­μπα–Σω­τή­ρης ὅμως ἦ­ταν ἤ­ρε­μος, ἐ­πει­δή κα­τά τήν προ­σευ­χή του εἶ­χε πά­ρει πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι θά βρε­θῆ τό παι­δί. Κα­θη­σύ­χα­σε το­ύς δι­κούς του λέ­γοντας: «Μήν ἀ­νη­συ­χῆ­τε. Τό παι­δί θά βρῆ ἕ­να δι­κό μας ἄν­θρω­πο ὁ ὁ­ποῖ­ος θά τό φέ­ρει ἐ­δῶ». Ὅ­πως καί συ­νέ­βη. Ἡ κό­ρη του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε καί  πῆ­γε μέ­χρι τά Τρί­κα­λα ὑ­πνο­βα­τώντας. Ἐ­κεῖ συ­ναντή­θη­κε μέ μιά θεί­α της ἡ ὁποία τήν χαι­ρέ­τη­σε καί τῆς ἔ­κα­νε διά­φο­ρες ἐ­ρω­τή­σεις. Τό κο­ρί­τσι συ­νῆλ­θε καί ἄρ­χι­σε νά κλαί­η. Ἡ θεί­α κα­τά­λα­βε τί εἶ­χε συμ­βῆ. Τήν κα­θη­σύ­χα­σε καί τήν ἔ­φε­ρε στό χω­ριό.

Ὁ Θε­ός πού «ὑ­πο­στη­ρί­ζει τούς δι­καί­ους» τόν βο­ή­θη­σε πλη­ρο­φο­ρώ­ντας τον στό ὄνειρο νά μήν πω­λή­ση τήν ἀ­γε­λά­δα του πρίν ἀ­πό τήν κα­το­χή, ὅταν ἦρ­θε σέ δύ­σκο­λη θέ­ση, για­τί ἔ­τσι ἔ­σω­σε τήν οἰ­κο­γέ­νειά του ἀ­πό τήν με­γά­λη πεῖ­να πού ἀ­κο­λού­θη­σε. Μιά ἄλλη φορά βρέ­θη­κε σέ μεγάλο κίν­δυ­νο. Μερικοί πού ἐ­ρευ­νοῦ­σαν γι­ά κρυμ­μέ­νους θη­σαυ­ρούς στόν Κό­ζια­κα, τοῦ εἶ­χαν στή­σει καρ­τέ­ρι γιά νά τόν σκο­τώ­σουν. Ξαφνικά ση­κώ­θη­κε ἀ­νε­μο­στρό­βι­λος καί ἔτσι σώ­θη­κε.

Προ­γνώ­ρι­ζε ἀ­πό και­ρό τόν θά­να­τό του καί ἔ­λε­γε συ­χνά: «Ἕ­νας ἀ­πό μᾶς τό τρώ­ει χα­ρά­μι», ἐν­νο­ώντας τόν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­πί­σης σ᾽ ἕ­να γνω­στό του ἀ­πό τήν Λει­βα­δειά πού τόν ἐ­πε­σκέ­πτε­το κά­θε χρό­νο, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι τοῦ χρό­νου πού θά ᾽ρθει, δέν θά τόν βρῆ. Καί πράγ­μα­τι ἐ­κοι­μή­θη με­τά ἀ­πό λί­γους μῆ­νες.

Κα­τά τήν κοί­μη­σή του, πού συ­νέ­βη στίς 20 Ἰ­ου­λί­ου 1966, στό πρό­σω­πό του ζω­γρα­φί­στη­κε μί­α εἰ­ρη­νι­κή καί γα­λή­νια ἔκ­φρα­ση, ση­μεῖ­ον ἀ­ναντίρ­ρη­το τῆς με­γά­λης του ἀ­ρε­τῆς. Ἄ­φη­σε ἄ­ρι­στο ὑ­πό­δειγ­μα κα­λοῦ καί ἐ­να­ρέ­του χρι­στια­νοῦ. Ὠ­φέ­λη­σε πολ­λούς μέ τήν ἁ­γί­α του βι­ο­τή καί τίς ἁ­πλές ἀλ­λά σω­τή­ρι­ες νου­θε­σί­ες του.

Ὁ κα­λός Θε­ός εἴ­θε νά τά­ξη τήν ψυ­χή του μέ τούς ἀπ᾿ αἰ­ῶ­νος δι­καί­ους καί ἁ­γί­ους. Ἀ­μήν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΙΕΡΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ 15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΕΩΣ 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2026

  Το Ιερό Σαρανταλείτουργο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και βαθύτερες εκφράσεις της ορθόδοξης πνευματικής ζωής. Για σαράντα ημέρες, η...