
Το σπίτι του βρισκόταν στο τέρμα του δρόμου. Περνούσα συνέχεια πηγαίνοντας για το σχολείο. Ένα φτωχικό χαμόσπιτο ήταν με μια μικρή αυλίτσα μπροστά που ένα τοιχάκι την χώριζε από το δρόμο. Είχε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι, σάπιο από τα νερά της βροχής, δυο τρεις μπαλωμένες καρέκλες, στις οποίες μόνιμοι θαμώνες ήταν οι γάτοι της γειτονιάς και ένα μικρό σκαμνάκι που καθόταν ο ίδιος. Ένα γεροντάκι, γερασμένο και ταλαιπωρημένο από το χρόνο. Μπάρμπα-Στρατή τον έλεγαν. Αδύναμος και καμπουριασμένος με το βλέμμα σκυφτό και μια φωνή που πότε στη ζωή μου δεν είχα ακούσει να αρθρώνει μια λέξη. Σήκωνε τα μάτια μόνο όταν κάποιος περνούσε από μπροστά του, λες και κάτι να περίμενε, κάτι που ποτέ δεν έπαιρνε και έτσι βυθιζόταν ξανά στη σκυθρωπή του έκφραση.
Γυναίκα δεν είχε. Την είχε χάσει πολύ νέα, αλλά ούτε και πολλούς συγγενείς.
Είχε δυο κόρες μόνο, αν θυμάμαι καλά, οι οποίες τον είχαν ξεχασμένο. Σπάνια τον επισκέπτονταν,
συγκεκριμένα μόλις έβγαινε ο μήνας. Μάλλον και αυτές κάτι περίμεναν, που θαρρώ πως τελικά το έπαιρναν. Τότε και μόνο ίσως του έφερναν κανένα πιάτο φαγητό, για να μη νιώθουν και τύψεις. Ούτε όμως και οι γείτονες του έδιναν σημασία. Δεν ήταν του επιπέδου τους να μιλούν σε ένα σαλό όπως τον θεωρούσαν. Έτσι όλοι στη γειτονιά, όπως κι εγώ, είχαμε υιοθετήσει μια στάση παντελούς αδιαφορίας απέναντι του. Προσωπικα όποτε περνούσα από μπροστά του έκανα δήθεν πως κοίταζα αλλού, επιτάχυνα το βήμα μου και έφευγα. Με την άκρη του ματιού μου προλάβαινα ωστόσο να δω αυτό το βλέμμα που πάντα κάτι προσδοκούσε από τον περαστικό. Γεμάτα παράπονο δυο πεντακάθαρα μάτια. Και τι χρώμα που είχαν! Γαλανό γαλήνης!Είχε δυο κόρες μόνο, αν θυμάμαι καλά, οι οποίες τον είχαν ξεχασμένο. Σπάνια τον επισκέπτονταν,
Όλοι τον θυμόμαστε καθισμένο στο σκαμνάκι του και με συντροφιά τους πιστούς του γάτους. Τους χάιδευε και τους ταΐζε απλώνοντας τα σκελετωμένα χέρια του που έκρυβαν μες στις φούχτες ψωμί απ΄ εκείνο που έτρωγε κι ο ίδιος. Σπάνια έβγαινε έξω απ’ την αυλή του. Καμιά φορά τον έβλεπα τις Κυριακές να γυρνά από την Εκκλησία με δυο τρία πρόσφορα κάτω απ’ τη μασχάλη.
Αφού λοιπόν ξέραμε λίγα πράγματα για αυτόν τα υπόλοιπα τα φανταζόμασταν μόνοι μας. Μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και βγάζαμε σενάρια δικά μας.
«Εγώ άκουσα ότι το έχει σκάσει από τρελάδικο…» έλεγε ο ένας. «Και χτυπούσε τη γυναίκα του μέχρι που τη σκότωσε…» συμπλήρωνε ο άλλος, και άλλα τέτοια. Έτσι όλοι τον είχαμε πάρει με φόβο. Άκουγα κι εγώ αυτές τις ιστορίες μα όσο έβλεπα εκείνο το άκακο γεροντάκι τόσο βεβαιωνόμουν ότι επρόκειτο για παιδικά παραμύθια. Το άσχημο ήταν πως και οι γονείς μας, μας έκαναν να τα πιστεύουμε. «Αν δε φας το φαΐ σου θα έρθει ο γέρος…» μας έλεγαν και μας φοβέριζαν. «Ο γέρος…» άκου τι σκαρφίζονταν για να καθόμαστε φρόνιμα …
«Εγώ άκουσα ότι το έχει σκάσει από τρελάδικο…» έλεγε ο ένας. «Και χτυπούσε τη γυναίκα του μέχρι που τη σκότωσε…» συμπλήρωνε ο άλλος, και άλλα τέτοια. Έτσι όλοι τον είχαμε πάρει με φόβο. Άκουγα κι εγώ αυτές τις ιστορίες μα όσο έβλεπα εκείνο το άκακο γεροντάκι τόσο βεβαιωνόμουν ότι επρόκειτο για παιδικά παραμύθια. Το άσχημο ήταν πως και οι γονείς μας, μας έκαναν να τα πιστεύουμε. «Αν δε φας το φαΐ σου θα έρθει ο γέρος…» μας έλεγαν και μας φοβέριζαν. «Ο γέρος…» άκου τι σκαρφίζονταν για να καθόμαστε φρόνιμα …
Ένα πρωινό καθώς πήγαινα στο σχολείο, τον είδα να κάθεται στο σκαμνάκι του και να παλεύει να φάει μια ξερή αγκωνή ψωμί. Τη μούσκευε σε ένα κύπελο μα εκείνη δε έλεγε να μαλακώσει. Προσπαθούσε ο κακόμοιρος με τα λιγοστά δόντια που του είχαν απομείνει, χωρίς να τα καταφέρνει. Εκείνη η εικόνα με τσάκισε... το στομάχι μου δέθηκε κόμπος, τόσο που πήρα άδεια να φύγω από το μάθημα. Στο γυρισμό σταμάτησα στο φούρνο και πήρα μια φρέσκια φρατζόλα ψωμί. Ήθελα να την αφήσω στο τοιχάκι του σπιτιού του χωρίς να με δει κανείς, όπως κι έγινε. Το άφησα κι έτρεξα κατευθείαν στο σπίτι μου. Όλο το απόγευμα ένιωθα μια στενοχώρια για αυτόν τον άνθρωπο και για τον τρόπο που όλοι τον αντιμετωπίζαμε, αλλά και μια χαρά συνάμα. Όχι για την πράξη που έκανα, αλλά επειδή τουλάχιστον θα έτρωγε μα μπουκιά μαλακό ψωμί.
Συνέχισα και όποτε μπορούσα ακουμπούσα, κρυφά πάντα, κάτι τις, είτε ψωμί είτε τυρί. Που και που έπαιρνα και καμιά σοκολάτα από το ντουλάπι και την ακουμπούσα στο γνωστό σημείο. Όσο περνούσε ο καιρός άρχισα να συμπαθώ όλο και πιο πολύ τον μπάρμπα-Στρατή. Σε κανένα δεν είχα πει τίποτα από αυτά που έκανα βέβαια. Έτσι τα παιδιά συνέχιζαν τις τρομακτικές ιστορίες, οι γείτονες την περιφρονητική τους στάση και οι γονείς τις φοβερές απειλές.
Ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι και καθώς επέστρεφα από το σχολείο, είδα στη άκρη του δρόμου να έχει φυτρώσει ένα γαλάζιο αγριολούλουδο. Στάθηκα κάμποση ώρα και το χάζευα. Ήταν πραγματικά υπέροχο. Μα όσο όμορφο ήταν αυτό, τόσο άσχημος ήταν γύρω ο χώρος που βρισκόταν. Ήταν ανάμεσα σε μπάζα και κόπρανα από τα αδέσποτα της γειτονιάς. Όλη η ευωδία του καλυπτόταν από τη δυσωδία των ακαθαρσιών. Κι όμως τίποτε βρώμικο δε το εμπόδισε να ανθίσει και να παραμείνει ξεχωριστό.
Όσο εγώ χάζευα τα πέταλα, λοιπόν, του στο νου μου ήρθε αμέσως ο μπάρμπα- Στρατής. Εκείνα τα μάτια που ήταν ζηλευτά σαν άνθη του αγρού ανοιξιάτικα. Κι αν όπως λένε τα μάτια είναι καθρέφτης της ψυχής, τότε ήμουν πλέον βέβαιος για το τι άνθρωπος πραγματικά ήταν ο ίδιος. Όσο κι αν όλα ήθελαν να δείξουν το αντίθετο, εκείνα τα μάτια μαρτυρούσαν την αλήθεια κι ας μην είχα ακούσει ούτε μια λέξη από το στόμα του.
Συνέχισα το δρόμο για το σπίτι με αυτή τη σκέψη στο μυαλό μου. Πέρασα μπροστά απ’ την αυλίτσα του. Καθόταν σκυφτός. Μόλις με κατάλαβε σήκωσε το βλέμμα του, όπως πάντα, και τότε εγώ δεν ξέρω πως αλλά γύρισα και τον κοίταξα κατάματα, για πρώτη φορά. «Γεια σου μπάρμπα-Σρτατή» του είπα. Δε μου είπε τίποτα. Ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε μονάχα στο ρυτιδιασμένο γέρικο πρόσωπο του σβήνοντας το μέχρι τότε μελαγχολικό ύφος του. Κατάλαβα τότε ότι αυτό που καρτερούσε από κάθε διαβάτη επιτέλους το πήρε και ήμουν εγώ αυτός που του το έδωσε. Αυτός ο άνθρωπος ζητιάνευε με τη σιγή του μόνο μια κουβέντα. Τίποτε άλλο. Μια κουβέντα που ενώ δε στοιχίζει είναι τόσο πλούσια. Ζητούσε κάτι που για μας όλους είναι αυτονόητο. Η χαρά μου εκείνη τη μέρα ήταν απέραντη. Δεν ξέρω αν έχω ξανανιώσει τέτοια χαρά παρόμοια στη ζωή μου. Του είχα μιλήσει!
Μια εβδομάδα αργότερα άφησα ξανά το πεσκέσι μου στο γνωστό σημείο. Πέρασαν δυο μέρες χωρίς να το έχει πάρει. Βρισκόταν στην είδα θέση όπου το είχα αφήσει, παράξενο! Την τρίτη μέρα έφτασαν στο σπίτι του οι δυο κόρες του. Ο μήνας δεν είχε φτάσει ακόμη στο τέλος του, ακόμη πιο παράξενο!
Ο μπάρμπα-Στρατής είχε πεθάνει…
Ο μπάρμπα-Στρατής είχε πεθάνει…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου